Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς από δασικά φυτά και αγροτικά υπολείμματα

Βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς από δασικά φυτά και αγροτικά υπολείμματα

Τεράστιες δυνατότητες, που παραμένουν ανεκμετάλλευτες, έχει η Ελλάδα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους νοικοκυριών, ξενοδοχείων, αγροτικών και βιομηχανικών μονάδων, όχι μόνο μέσω της εκμετάλλευσης του ήλιου και του ανέμου, αλλά και μέσω των υπολειμμάτων, κυρίως από την κτηνοτροφία, και τη βιομάζα, από την ορθολογική διαχείριση δασών. Ωστόσο, η χώρα μας έχει μείνει πίσω, την ώρα που ανεπτυγμένες χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης έχουν προχωρήσει στην παραγωγή δεύτερης και τρίτης γενιάς βιοκαυσίμων, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν την περασμένη Τετάρτη στην αρμόδια Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Περιβάλλοντος της Βουλής.




Ελπιδοφόρο στοιχείο, κατά τους ομιλητές, πως ήδη έχει συγκροτηθεί επιτροπή στο υπουργείο Περιβάλλοντος και είναι στα σκαριά νομοσχέδιο για τη δασοπονία και την αξιοποίηση των υπολειμμάτων. Όμως, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, σύμφωνα με όσα ανέφεραν εμπειρογνώμονες αλλά και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει δώσει τη δέουσα σημασία σε δράσεις για τις μη επιλέξιμες δασικές ενεργειακές καλλιέργειες.
Σε αυτό συνηγόρησε και η αποτυχία του μέτρου της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου (2007-2013) για τη δάσωση αγροτικών γαιών, καθώς ήταν πρακτικά δύσκολα εφαρμόσιμο, με αποτέλεσμα ελάχιστοι παραγωγοί να το επιλέξουν. Υπάρχει, όμως, μέτρο στο νέο ΕΣΠΑ 2014-2020 του υπουργείου Ανάπτυξης σε δράσεις για την ενέργεια, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση.
Οι ομιλητές εξήγησαν πως το δαιδαλώδες και θολό νομοθετικό πλαίσιο, η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για τα δάση, τα υποστελεχωμένα δασαρχεία, η αδυναμία της δημιουργίας δασολογίου-κτηματολογίου, η πολυπλοκότητα του μέτρου δάσωσης αγροτικών γαιών στο προηγούμενο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης (2007-2013), η έλλειψη εφαρμοσμένης έρευνας και η άγνοια του κόσμου, ήταν από τις βασικές παθογένειες, με αποτέλεσμα η χώρα μας να μην έχει προχωρήσει σε οργανωμένη παραγωγή βιοκαυσίμων, από τα δάση ή τις δασικές καλλιέργειες σε αγροτικές γαίες.
Πολυνομία, έλλειψη στρατηγικής, καταπατήσεις από συμφέροντα, γραφειοκρατία, είναι τα διαχρονικά προβλήματα και εμπόδια για την αξιοποίηση του δασικού πλούτου, προς όφελος και των πολιτών και των επιχειρήσεων. Καθώς η Ελλάδα είναι από τις τελευταίες χώρες, που μπήκε σε αυτού του είδους ΑΠΕ, ήδη αγρότες και μονάδες αντιμετωπίζουν προβλήματα ανταγωνιστικότητας ως προς την παραγωγή ηλίανθου ή ελαιοκράμβης, σε σύγκριση με άλλες χώρες.

Από λεύκες και ιτιές μέχρι και φύκια για την παραγωγή ενέργειας

Ενεργειακά δασικά φυτά, που μπορούν να καλλιεργηθούν στην Ελλάδα και προωθούνται από την ΕΕ είναι οι λεύκες και οι ιτιές για την παραγωγή βιομάζας, ενώ μεικτή χρήση ως αγροτικά-ενεργειακά είναι οι καρυδιές, οι καστανιές κ.ά. Αντίστοιχα, γεωργικά υπολείμματα μπορούν να υπάρξουν και από άχυρο, από σιτάρι, κριθάρι, βρώμη κ.ά.
Μετά τον σάλο που προκλήθηκε στην Ευρώπη για το γεγονός ότι υπήρξε μαζική στροφή στις καλλιέργειες ενεργειακών φυτών για βιοκαύσιμα, αντί να αξιοποιηθούν αγροτικές γαίες υψηλής παραγωγικότητας για την παραγωγή τροφής για την αγορά, υπήρξε η διάθεση για την παραγωγή «προηγμένων βιοκαυσίμων» ή βιοκαυσίμων δεύτερης γενιάς.
Τα βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς προέρχονται από δασικές καλλιέργειες, μη ανταγωνιστικές προς τη διατροφή, ενώ τα τρίτης γενιάς, όπως εξήγησε στην «ΥΧ» η Μυρσίνη Χρήστου, γεωπόνος, υπεύθυνη τμήματος Βιομάζας στο ΚΑΠΕ, αφορούν κυρίως τα φύκια.
«Η βιομάζα προέρχεται από πληθώρα πρώτων υλών. Από την ίδια την πρώτη ύλη εξαρτάται και ο τρόπος επεξεργασίας της, διότι υπάρχουν διαφορετικές τεχνολογίες μετατροπής. Τα κτηνοτροφικά απόβλητα, λ.χ., τα επεξεργάζεται μια μονάδα εναερόβιας χώνευσης για την παραγωγή βιοαερίου. Αντίστοιχα, τα δασικά και τα γεωργικά υπολείμματα είναι στερεής μορφής και ο τρόπος επεξεργασίας διαφορετικός. Η επεξεργασία τους είναι συνήθως θερμοχημική και παράγουν θερμότητα και ηλεκτρισμό. Η στερεή βιομάζα, δηλαδή τα λιγνοκυτταρινούχα υλικά (π.χ. άχυρο, κλαδέματα κ.ά.) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή προηγμένων βιοκαυσίμων μεταφορών, γιατί δεν χρησιμοποιούν πρώτες ύλες που αφορούν στην αγορά τροφίμων», τονίζει.
Βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς από δασικά  φυτά και αγροτικά υπολείμματα
Στη χώρα μας, άνω του 50% των δασών είναι δρυός, αλλά δεν κάνουν όλα τα υπολείμματα για την παραγωγή καύσιμης ύλης. Τα είδη δρυός ποικίλουν, και έτσι άλλα κάνουν για παραγωγή καύσιμης ύλης, άλλα για παραγωγή επίπλων κ.λπ.
Υπάρχει, όμως, δυνατότητα και για δάσωση αγροτικών γαιών, κατά την κ. Χρήστου, «με υβρίδια κυρίως ειδών λεύκης, που ήδη χρησιμοποιούνται σε πιλοτικές καλλιέργειες σε ξένες χώρες, όπως στη Σουηδία, τη Γερμανία, την Αυστρία. Παράγουν δασική ύλη και συγκομίζονται ανά 2-3 χρόνια, και όχι ανά 10 ή 20. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχουν γίνει γνωστές οι συνέπειες αυτών των υβριδίων στο περιβάλλον. Δεν ξέρουμε τη συμπεριφορά αυτών των φυτών, μετά από 2 ή 3 κοπές και αν θα είναι στη συνέχεια παραγωγικά».
Η δασική καλλιέργεια που κυριάρχησε το προηγούμενο διάστημα με το πρόγραμμα δάσωσης αγροτικών γαιών στη χώρα μας ήταν αυτή της ακακίας. Όμως, λόγω και της προχειρότητας του κανονισμού της ΕΕ, όπως ειπώθηκε, απεντάχθηκε, διότι διαπιστώθηκε πως ήταν επεκτατικό είδος. Πάντως, εκτός από τις λεύκες, που θέλουν κατά κανόνα πολύ νερό, υπάρχουν και δασικά είδη που είναι κατάλληλα για ξηρά εδάφη, ώστε να μην είναι κοστοβόρα η καλλιέργεια από άποψη νερού ή ρεύματος.
Οι εισηγήσεις των εμπειρογνωμόνων είναι για μικρές μονάδες βιοκαυσίμων από δασικές καλλιέργειες, οι οποίες δεν θα είναι απαραίτητα ανταγωνιστικές αλλά θα συμβάλλουν στην τοπική οικονομία και θα βελτιώνουν το ενεργειακό κόστος των τοπικών βιοτεχνιών και γενικότερα επιχειρήσεων, αλλά ενδεχομένως και των νοικοκυριών και των δήμων.
Οι δασικές καλλιέργειες μπορούν να αναπτυχθούν, σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, κυρίως σε περιοχές που είναι δίπλα σε δάση ή είναι «οριακά δασικές εκτάσεις», δηλαδή χορτολίβαδα, ποολίβαδα, τα οποία θα μπορούν να έχουν βοσκήσιμη ύλη για τους κτηνοτρόφους και τα κλαδέματα να αξιοποιούνται. Η παραγωγή βιοκαυσίμων δεν μπορεί να γίνει οπουδήποτε, αλλά χρειάζεται οργανωμένο σχέδιο, όπου ήδη υπάρχει τεχνογνωσία και γίνεται οργανωμένη διαχείριση δασών, μέσω δασικών ή αγροτικών συνεταιρισμών, με την κοπή συγκεκριμένων συστάδων, ανά χρονική περίοδο.
Όλα αυτά, είναι ευκολότερο να υλοποιηθούν όπου υπάρχουν ήδη οργανωμένα δίκτυα σωληνώσεων, αντί να χτιστεί ένα δίκτυο από την αρχή. Μια πρώτη προσπάθεια που έγινε στην Πελοπόννησο, για διάφορους λόγους δεν περπάτησε. Όμως, η αρχή μπορεί να γίνει σε χωριά της ελληνικής επαρχίας, που μπορούν να τροφοδοτηθούν άμεσα, διότι είναι δίπλα σε δάσος και υπάρχει ήδη εμπειρία της διαχείρισης δασών. Περιοχές, δηλαδή, που σε πρώτη φάση θα μπορούσε να εφαρμοστεί αυτό χωρίς μεγάλα κόστη, είναι με μεγάλο δασικό πλούτο, όπως π.χ. σε χωριά των Γρεβενών, που έχουν μεγάλη δασοκάλυψη άνω του 50%, ή οργανωμένο δίκτυο σωληνώσεων, όπως λ.χ. η Κοζάνη, εξαιτίας του δικτύου της ΔΕΗ. Ανάλογες δυνατότητες υπάρχουν σε χωριά με δασωμένους ορεινούς όγκους, όπως π.χ. στα Τρίκαλα, στην ορεινή Πελοπόννησο, τη Φλώρινα κ.ά., όπου υπάρχει πληθώρα βιομάζας και υπάρχουν μειωμένες ανάγκες για αποθήκευση.
Τα βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς από δασικές ενεργειακές καλλιέργειες μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά κόρον στις μεταφορές, αλλά χρειάζεται να υπάρξουν και ανάλογες πιστοποιήσεις για τα ελληνικά δάση αλλά και οργάνωση της αλυσίδας αξίας, ώστε να μπορεί να γίνει η επεξεργασία του ξύλου στον τόπο παραγωγής. Η πιστοποίηση των ελληνικών δασών θα αποφέρει οφέλη και σε άλλου είδους δραστηριότητες, όπως στη μελισσοκομία, στην κτηνοτροφία κ.ά.
Προσοχή, ωστόσο, χρειάζεται και στο δασοκομικό υλικό, να είναι πιστοποιημένο. Υπάρχουν δηλαδή ορισμένα φυτά, όπως η λεύκα, που το γενετικό τους υλικό δεν είναι σταθερό (κλώνοι), με αποτέλεσμα το ένα σπορόφυτο από το άλλο να διαφέρουν, εξ ου και πρέπει να πιστοποιείται η προέλευση και το γενετικό προφίλ, ώστε να υπάρχει σταθερή ποιότητα ξύλου.

Χρειάζονται πιλοτικές δασικές ενεργειακές καλλιέργειες

Η παραγωγή βιοκαυσίμων από δασικές ενεργειακές καλλιέργειες προωθείται από την ΕΕ και μπορεί, όπως εξήγησαν οι εμπειρογνώμονες, υπό προϋποθέσεις, να μειώσει το ενεργειακό κόστος σε ελληνικά νοικοκυριά, αγροτικές μονάδες, βιοτεχνίες, βιομηχανίες, ξενοδοχεία. Έχει σημαντικά οφέλη, διότι μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματικό αγροτικό εισόδημα για  δασεργάτες, γεωργούς, κτηνοτρόφους αλλά και τον ντόπιο πληθυσμό εν γένει, να ελαττώσει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα από τα ενεργοβόρα ορυκτά καύσιμα, να μειώσει το έλλειμμα καυσίμων – ξύλου στη χώρα μας.
Ταυτόχρονα, οι δασικές ενεργειακές καλλιέργειες, πέραν του οικονομικού οφέλους, παρέχουν ως έναν βαθμό πυροπροστασία, δρώντας ως αντιπυρικές ζώνες, μειώνουν την ταχύτητα του ανέμου, που ενίοτε είναι καταστροφικός για τις αγροτικές καλλιέργειες και, ανάλογα με το δασικό είδος που φυτεύεται, μπορεί να ενισχύουν ταυτόχρονα και τον υδροφόρο ορίζοντα.
Βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς από δασικά  φυτά και αγροτικά υπολείμματα
Στη συνεδρίαση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, υπό την προεδρία της Κατερίνας Ιγγλέζη, ειπώθηκαν πολλά και ενδιαφέροντα από τους εκπροσώπους φορέων. Καλεσμένοι να μιλήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Προστασίας και Ανάπτυξης Δασών και Αγροπεριβάλλοντος του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ήταν οι κ.κ. Ευαγγελία Κόκκα και Δέσποινα Παϊταρίδου, από το Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ) η Μυρσίνη Χρήστου, ο πρόεδρος της Ελληνικής Δασολογικής Εταιρείας, Νικόλαος Γρηγοριάδης, ο διδάσκων του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, Ευάγγελος Μανώλης, ο Γιώργος Καρέτσος, πρόεδρος του ΕΛΓΟ-Δήμητρα και η διευθύντρια του Ινστιτούτου Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων, Κωνσταντίνα Τσαγκάρη.

Άννα Στεργίου - www.ypaithros.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...